Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Ας καίγομαι.







Κάθε που ξεβολεύομαι,
που στεναχωριέμαι,
που  αγχώνομαι με την καθημερινότητα,
καπνίζω περισσότερο.

Στη συνειδητοποίηση 
της συχνότητας με την οποία σε σκέφτομαι
ήδη γλείφω το χαρτάκι να κολλήσει
και ψάχνω για φωτιά.








άτιτλο 1318

"Οι άνθρωποι που μιλάνε για επανάσταση και ταξική πάλη
χωρίς να αναφέρονται ρητά 
στην καθημερινή ζωή
και χωρίς να αντιλαμβάνονται τη σημασία της άρνησης 

κάθε περιορισμού στον έρωτα κι ό,τι απ' την φύση του είναι ανατρεπτικός, 
αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα πτώμα στο στόμα τους"



__________________________________________________________________



Τι γίνεται τώρα που οι λέξεις αλλάζουν νοήματα;
Τα άνθη στα χέρια που κουβαλώ
θα μαραζώσουν απ' το κρύο και το αγιάζι
Οι καρποί που σου δίνω
ημιθανείς εργατουπάλληλοι τα μεσημέρια
Το αγκάθι που κουβαλάς
φίλος με τα μαχαίρια στα συρτάρια σου
έτοιμα να πολεμήσουνε τον ήλιο.
Τα σκυλάδικα με τις ομοιοκαταληξίες
και τα στιχάκια βάλσαμο στις πληγές
μην τ' ακούς πια ,άκου εμένα
τόσο προσεγμένα πια που
ξέρεις τον επόμενο στίχο ήδη,ενώ
Η ποίηση
έρωτας και προσμονή
μέχρι το τσαλαπάτημα και τα δάκρυα.
Τα ουίσκια
ότι έμεινε από το πριν
Το μετά
θα μπορούσε να 'ναι ένα ηδύποτο ρουμπινί
το αβέβαιο,το βολικό
το παρόν της παρηγοριάς
χωρίς καμία ομοιοκαταληξία
χωρίς ταχυκαρδίες και μεταμεσονύχτια τηλέφωνα
χωρίς πάγο.
Βήχω πολύ ερωτικά τελευταία,
είχα καιρό να αρρωστήσω τόσο ελαφρά τη καρδία
κι ένα φιλί δεν σου 'κλεψα απόψε να με γιάνει.















Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Μπαίνει η άνοιξη με βία

Τι κι αν είναι Σάββατο βράδυ,δέκα του Φλεβάρη
τι κι αν διαβάζω στιχάκια ερωτικά 
ενώ ακούω λαικά κορίτσια πονεμένων δεκαετιών
βλέπω τα σεντόνια τα ξέστρωτα από χτες
και τα ρούχα ανάκατα στο πάτωμα πεταμένα
να μαρτυράνε πως έρωτα φιλοξένησε ετούτο το σκηνικό.
Εσύ έφυγες κι άφησα ξεκλείδωτες τις πόρτες
να μπαινοβγαίνεις όποτε σου κάνει κέφι.
Ακόνισα μαχαίρια να τρυπήσω το μέλλον του έρωτα αυτού
γιατί μπαίνει με βία η άνοιξη απ' τα ανοιχτά παραθύρια
τα κοπανάει ο αέρας και σφυρίζουν σκοπούς αλλιώτικους
γυαλιά λεπίδες στην καρδούλα μου
και σάλια στην κοιλιά μου.
Εγώ για σένα ήμουν μια σούρα γιορτινή
εσύ για μένα,η σούρα μου τα τελευταία βράδια.


Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Σόδα.

Εκεί που ο ήλιος σιγοβράζει τη γη
για να επουλώσει τις πληγές η σελήνη
τα κάγκελα ακουμπάν τον ουρανό,οι κάκτοι ψηλοί και θαρραλέοι,
τα μπαρ κάθε βράδυ σερβίρουν ενοχικές μαργαρίτες
κι εμείς γατιά μικρά αλωνίζουμε στα πόδια των ανθρώπων.
Μου πατάς την ουρά,νιαουρίζω γοερά
και σαν μικρό που είμαι ξαπλώνω να λιαστώ
εφτά και τέταρτο με μια τριχόμπαλα κουβέντες
να ανεβοκατεβαίνει τον οισοφάγο,να γαργαλάει τα σωθικά  .

-Ένα κοκτέιλ μπας και ξεράσω λίγο έρωτα,κύριε μπάρμαν.


Ο καιρός χαλάει από αύριο

έρχονται βροχές που σβήνουν φλόγες
κι εγώ καίγομαι σε μια κουταλιά νερό
χαζεύοντάς σε από τις χαραμάδες που μ' αφήνεις που και που.

Αναρωτιέμαι που τελειώνουν αυτές οι νύχτες
και γιατί δεν τις τελειώνουμε κουλουριασμένοι
αντί να μαδάμε μαργαρίτες στα μπαρς.
Έχει κάμποσα αυτή η πόλη

που τα γυρνάω ελπίζοντας,από νωρίς πια
παραγγέλνοντας σόδες ζεστές



και καλή μου χώνεψη.








Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Ωδή στα συγκεκριμένα κορίτσια που περιμένουν συγκεκριμένα αγόρια να κάτσουν στο σκαμπό δίπλα τους στη μπάρα.

Σε μια κατάμεστη ντισκοτέκ κορίτσι καθισμένο στραβοπόδι
στραφταλιζέ μιζέρια η κοντή της φούστα
εκείνη,μονορούφι καμπάρι αγαπημένο χόμπι 
στην πίστα όλα τα αγόρια και τα κορίτσια λαμπιρίζουν ροζ
ερωτοτροπούν με μάτια πόδια χέρια αγκώνες ψευδή συντροφικότητα
η νύχτα γαζώνει τις πέτσες τους αιμάτινες κλωστές
στολίζει τα φώτα με καπνούς και άρωμα κάτουρο νάμπερ φάιβ
Εκείνος μπαίνει άξαφνα κοτσάρει δίπλα της το καλοκαίρι
μια ολάκερη πανσέληνος και κάτι 
σε θέλω φωνάζει το ντεκολτέ και η κόπιτσα του σουτιέν σπάει
-η συναισθηματική ειλικρίνια υπάρχει
όσο το βρώμικο ροκενρόλ και οι ντισκοτέκ-
Οι κοφτές ματιές είναι ικανές να ευνουχίσουν τον λόγο
παρατηρήσεις των τρεισίμιση τέσσερις πήγε δουλεύω το πρωί
ένα καμπάρι ακόμα γαμώ την κοινωνία μου
δυό πάγοι ναι
πληθυντικός-ενικός 0-1 στο ημίχρονο
πέναλτι η θλιμμένη ντισκόμπαλα
μονορούφηξε την ψυχή μου απόψε.

(η Ντέμπι Χάρρυ όσο ζει θα ναι η πιο ωραία
το καμπάρι είναι κατάσταση,όχι απλώς ηδύποτο
η νύχτα δεν τελειώνει ποτέ όπως της πρέπει
κι εγώ,προς το παρόν,κάνω επιτυχημένη καριέρα στα λάθη)










Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

ξημερώματα Δευτέρας

(Η πολυκατοικία είναι τόσο φτωχή από ηχομόνωση
που ακούω κάτι περαστικούς να φιλιούνται
σαν να την προσμένανε από καιρό τούτη τη στιγμή.

Φιλιούνται ή τέλειωσε η δικιά μας προσμονή
και ψαχουλεύω άδικα στιγμές πριν το ξημέρωμα;)

 

-

Τσιγάρο ένα, εξομολογητικό:
κάλυψα την πρώτη μου λευκή τρίχα
με γκριμπλέ βαφή που βρωμάει εφηβεία
και ύστερα είχα χανγκόβερ για μια βδομάδα.
Τόσο που
εκκρίθηκα ολόκληρη από τη μύτη μου
και άρχισα να βγάζω το δέρμα μου απ' τα νύχια.
Το κάρφωσα με εικοσιδύο καρφιά στο σύρμα μιας ταράτσας
και το πήραν μακριά η βροχή και ο αέρας.
Έτσι,μέσα στη νύχτα,κατέβηκα έντρομη τις σκάλες 
να μαζέψω τα κομμάτια μου 
και κλείνοντας την πόρτα της εισόδου
είδα να πέφτουν μιλιούνια σκαθάρια απ' τα ουράνια
κι έτρεξα,λέει,σ 'όλη την πόλη γυμνή
στάζοντας αίμα και μικρή η διαδρομή που χάραξα.
Μαζί πήρα μόνο τα τσιγάρα μου,σφηνωμένα στα πλευρά μου
και τώρα κάτω από ένα υπόστεγο οπλίζω τον αναπτήρα.
Τσιγάρο δύο,θα βάλω φωτιά σε ό,τι σε δακρύζει
και θα πάρω φόρα να γκρεμίσω κάμποσες πολυκατοικίες 
που κρύβουν το ηλιοβασίλεμα
κι αφού τελειώσω με όλες αυτές τις μπανάλ κλισεδούρες
θα σε φιλήσω με περίσσια τρυφερότητα στο μέτωπο 
και θα ξυπνήσουμε αγνοί,πρωτόπλαστοι
κάνοντας έρωτα σ' ένα χωράφι κάπου στον Άρδα,δειλινό.

Τα σκαθάρια χτυπούν στον τσίγκο ελαφρά πια
ψελλίζοντας το πέρας της καταγίδας.
Έφτασα σπίτι και σημειώνω ένα τρίστιχο
στο μουσκεμένο μου μπλοκάκι :

"Εσύ μια μέρα την καρδούλα μου
θα τηνε κάνεις χίλια δυο κομμάτια
κι ας είμαι η ύποπτη για αυτό εγώ."







Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

το παιδί και το φίδι

Έφτασε ο καιρός
που κάνω τσιγάρο για να αποκοιμηθώ,
που η αθωότητα μου με άφησε μόνη σε ξένη πόλη,
που σκέφτομαι και δε γράφω
όταν η νύχτα αργεί να τελειώσει.

Κάμποσα βήματα αργότερα-
Η βροχή κλωτσάει το καλοκαίρι από εκεί που 'ρθε
κι ενώ σιχαίνομαι το περπάτημα
προσπερνώ το τριαντακάτι της Ολύμπου
αφηρημένη στην επανεφεύρεση λέξεων
μιας κι ένα σ' αγαπώ,πια, δεν με καλύπτει.