Μα δεν γινόταν τίποτα απ'την αρχή
κι εγώ τυφλή -
έβλεπα ήλιους μες στα χώματα ,
αντανάκλασεις του μακάρι.
Η πόλη ακόμα να στεγνώσει απ'τη βροχή
γλιστράω πάλι στις τσέπες του παρελθόντος
με τα χρησιμοποιημένα χαρτομάντηλα και τις αγωνίες
μας κουβαλάει μαζί του και
Τα για πάντα,πιστά,στην ώρα τους
Τι να ναι παραπάνω σ'αυτό το ράφι
που δεν φτάνω ποτέ και για κανέναν;






