Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

προς ποίηση

Για τις μέρες που δεν πετυχαίνω τον καφέ μου
για τα απογεύματα που αργώ στα ραντεβού μας
για τα βράδια που σε περιμένω να φανείς
                                            και δεν φάνηκες
για τα άλλα βράδια που μου χτύπαγες το κεφάλι ως να ματώσω
για όσες φορές με κάνεις να νιώθω διάφανη
για αυτά που μου ψιθυρίζεις και με κάνεις να κλαίω
για όσα δεν μπορώ να αλλάξω ,πότε πότε
για το κάποτε που θα 'ρθει                                          
                                        που το βλέπω να αργεί,να μην φτάνει

για τις ώρες τις ατέλειωτες πάνω απ' το ποτήρι
για τα τσιγάρα που εξαφανίζονται όποτε τους καπνίσει.




Προσποιούμαι πως όλα πάνε καλά
όσο στενεύουν τα περιθώρια
καταπατώντας τα όρια του ισογείου
τα πρωινά απ'τον κήπο
πετάω κορόμηλα άγουρα
στις απέναντι πολυκατοικίες 

η Πόλη,όπως την ξέρεις
νευρική μα αμήχανη ερωμένη
τα καλοκαίρια και
ο Ρομαντισμός
μετατρέπεται σε σαράβαλο πενηντάρι
τα ξημερώματα
τον καβαλάω χωρίς κράνος
και τα δάκρυα μουσκεύουν τα μυαλά μου
ώσπου να φτάσω στο επόμενο βενζινάδικο
ξέμεινα από καύσιμα κι υπομονή
θα σε βρω κάπου στο δρόμο όμως.
















Σάββατο 13 Απριλίου 2019

не понимаю

( ντουτ - ντουτ ... )



Ρε μαλάκα,


ρε μαλάκα σήμερα με απέλυσαν απ'το τηλέφωνο
ο υπεύθυνος και ο ρουφιάνος συνάδελφος
λίγες ώρες πριν πιάσω  βετέξ  και δίσκο.
Μέρες πριν μου τάξαν αύξηση
αλλά να , ξέρεις , έβγαιναν δύσκολα τελικά .

Χαζή κι εγώ,πήγα κι αγόρασα παπούτσια καινούρια
- σπορτέξ  για την ορθοστασία, τα πιο καλά μου είπαν - .
Είμαι μέσα ένα μεροκάματο
και ο λογιστής έλειπε όταν πήγα να υπογράψω απόλυση,
έπινε τσίπουρα με το αριστερό αφεντικό μου.

Και στα λεγα ρε, στάλεγα
δεν είχα καλό προαίσθημα
τζάμπα φούσκωσα χαρά αυτές τις μέρες.


Αγουροξυπνημένα οχτάωρα
πάνω σε σακατεμένα γόνατα ,
η ζωή μας όλη .

Τέτοια ξεφτίλα όμως ,
τούτη η Άνοιξη σα να μην άνθισε καρδιές .

Κι εσύ
να μην σηκώνεις το τηλέφωνο
πάνω σ' ένα μηχανάκι όλη μέρα
σ' έχει φάει το ψάξιμο ,η ανασφάλεια
η ΔΕΗ που χρωστάς δύο χρόνια τώρα
η βενζίνη,όλα απ' την τσέπη σου
και τα παράπονα στο μαγαζί από πελάτες
γιατί δεν έτρεξες με τη βρόχα
να δώσεις εγκαίρως την παραγγελία.

Κράνος για δέκα ώρες σερί
δεν φοράνε ούτε στον πόλεμο

και όταν ακούμε για εργατικό ατύχημα
παρακαλάμε μην είναι κανάς δικός μας

σιχτιρίζουμε την φτώχεια και τα νιάτα μας ,
παρηγορώντας ο ένας την άλλη
κάθε που μας εξαναγκάζουν σε παραίτηση .


Φίλε μου
δεν καταλαβαίνω τίποτα πια
και γενικά , ίσως να αντέχω
ειδικά όμως , όχι άλλο  .













Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

Εκτρέφοντας πραγματικότητες σε φούσκες




Καθόμαστε αντικριστά πλέον ,σιωπηλοί
ύστερα από τόσο καιρό πια
που εκτρέφαμε πραγματικότητες σε φούσκες



Τώρα βιαστικά ας τα μαζέψουμε να φύγουμε
γέρικα άλογα τυφλά ξεθωριασμένα
τρέχουμε γρήγορα να πέσουμε απ' τους γκρεμούς μας ,



πέτρα - πέτρα τους χτίζαμε για να ξανακυλίσουμε
είναι που τους στηρίζαμε στις θάλασσες
ενόσω ξέραμε το κύμα κόκαλα πως τσακίζει .








Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

Να 'χαμε να κλαίγαμε.


Τελευταία,τα νέα
πολλά και ασυνάρτητα.
Η μία γέννησε,γι αυτό εξαφανίστηκε
η άλλη παντρεύεται και βλέπει εφιάλτες τα βράδια.
Eκείνη εκεί,την θυμάσαι ;
Δεν πληρώνουν τα αφεντικά,μπήκε ταμείο,ευτυχώς
και πισωγύρισε στους δικούς της,τους δεξιούς,
με το κεφάλι σκυμμένο`
ήταν που 'θελε να γίνει καλλιτέχνης.
Η τάδε έκανε πολλές απόπειρες μέσα στο χρόνο,λέει,
και η δείνα τα κατάφερε με την πρώτη,
μαγκιά της  (;)
Ήταν καλό κορίτσι,από αυτά,ξέρεις
που οι γειτόνοι και οι οικογένειές τους
δεν έδωσαν ποτέ δικαιώματα.
Αυτές οι δυό κάποτε αγαπιόντουσαν,
τώρα στάζουν σορό το φαρμάκι
και τις ενοχές τους
με ακροάτρια κάποια τρίτη
που με τον καιρό θα γίνει τέταρτη κι ασυγχώρητη,
αλλά έφταιξε , σκούζαν οι άλλες μετά
γαμήθηκε βλέπεις με έναν πρώην τους -τι δράμα.
Τόσες μετεφηβικές παρεμβολές
ίσα για να 'χουμε κάτι να κλαίμε μου φαίνεται καμιά φορά,
όταν πιάνουμε για ώρες τη γωνία της μπάρας.
Χειρότερα κι απ' τις ειδήσεις των οχτώ γινήκαμε,μεταξύ μας
ώσπου να νοιαστούμε η μια για την άλλη από την αρχή.
Ως τότε,τα γνωστά,μην τρελαίνεσαι
και κάνε πως δεν ειδωθήκαμε απόψε.
 







Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

Μια καρέλια χρυσή ,παρακαλώ.

Συνωμότησαν τα φεγγάρια
με τα πόδια μου τα κουρασμένα
και τα δυό τελευταία μου τσιγάρα τα βαρύτερα
να μην μ' αφήνουν άλλο οι νύχτες να ησυχάσω
Τους τρεις μήνες αυτούς ατόφιο δημοσιοϋπαλληλίκι :
σπίτι - δουλειά , δουλειά - σπίτι
και στο ρεπό να χαίρομαι που κάνω μια κάποια φασίνα.                                    
   Οι συγκινήσεις αναμετρήθηκαν με τις εκκρεμότητες
   χωρίς να καταφέρουν να ξεγελάσουν τις           συνειδητοποιήσεις       .
Στην δουλειά ,   προχθές,
έπεσα καταγής , κανείς δε το πίστεψε
πως άλλο δε μπορώ να συνεχίσω 
σπίτι - δουλειά , δουλειά - σπίτι
χρωστάω δυό ενοίκια          ,      κάμποσες εξηγήσεις
θέλω να κλάψω σε τρεις αγκαλιές αφότου μ' έθαψαν
να τους δείξω πως
άσπρισαν κι άλλες τρίχες στους κροτάφους μου
που υποδεικνύουν το στόχο. 
Θα κάνω ένα τσιγάρο ακόμα 
να το σκεφτώ .

- Καλημέρα. Μια καρέλια χρυσή,παρακαλώ .




Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018

Ελλάδα,7 Δεκέμβρη 2018.



Ξύπνησα αλαφιασμένη
αναγκασμένη
το άγριο χάραμα να προϋπαντίσω

-ένας θεός,κι αν ξέρει, από πότε
είχα τον ήλιο να ειδώ
και ποιος θεός άραγε να 'ναι

μου φύτεψε μια τρύπα στο κεφάλι μου
μια αναγούλα τις μέρες αυτές
που μου ταρακουνάει τα μέσα

σε είδα να πεθαίνεις
μ 'ένα τσιγάρο στο στόμα να ξεφυσάς
εσύ δεν κάπνισες ποτέ σου,συλλογιέμαι

και κάνω τώρα τα δάχτυλα μου άφιλτρα
μια ζωή στον Άσσο
δυο - τρία μπoυκάλια κρασί μετά

ένα κορμί σακατεμένο
ψυχολογικό τασάκι στις ορέξεις τους
να τινάζουνε τις στάχτες

φεύγει μαζί κι η κάφτρα εξοστρακίζεται
ώσπου πέφτει στα παντελόνια τους
τους σιγοκαίει ζωντανούς κι εγώ

σε μια γωνία σκυφτή χαζογελάω
υπομονή ,γυναίκα είσαι
έτσι είναι αυτά

είπαν.












Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

επισιτισμός μπλουζ.

Οι φίλοι μου μεγάλωσαν όλοι πια
διαβάσανε και πήραν πτυχία για να
αγχώνονται με την δουλειά,τώρα ψάχνουν δεύτερη
δίσκος,σέικερ,μότα,βετέξ,μηχανή
αγγελίες εργασίας με το κιλό
χιλιόμετρα ποδαρόδρομος και ορθοστασία
σμίλεψαν τα καλύτερα μυαλά.

Τζιβάνες,μεγάλα χαρτάκια,αναπτήρας
έτοιμη όταν
χτυπάει το θυροτηλέφωνο:
''Ανεβαίνω λίγο να κλάψω.'' Σιωπή.

Οι γονείς δεν έχουν δεκάρα τσακιστή
οι σπιτονοικοκύριδες μας διώχνουν χωρίς προειδοποίηση
οι δουλειές πάνε απ'το κακό στο χειρότερο
οι ντρόγκες μας φάγανε τα φράγκα
οι γκόμενοι δεν μας θέλουν για γκράντε έρωτες
τα αφεντικά κόβουν από δω κι από κει
τα ένσημα δεν φτάνουν για ταμείο
τα τηλέφωνα χτυπάνε μόνο για κακό,όταν χτυπάνε
η οργή γίνεται δάκρυα,κρίση άσθματος,τάσεις φυγής
οι βαφές δεν καλύπτουν τόσο καλά τα γκρίζα
η πόλη η πουτάνα όλο σε θυμίζει
κι εγώ

θα σε 'επαιρνα να φεύγαμε σ'άλλη γη σ' άλλα μέρη
μα χρωστάω τη ΔΕΗ,κάτι κοινόχρηστα,κάποια δανεικά
άσε που,όταν βγάζω την επιγονατίδα μου μετά τη δουλειά
δεν μπορώ βήμα να κάνω παραπανίσιο.
Προς το παρόν,μωρό μου,βίβες  .