Ποιός θα με περιμένει ως τις έξι σήμερα
τα ποτήρια να πλύνω
τις καρέκλες να μάσω
τα φώτα να κλείσω
δεν περιμένω πια.
Χειραποσκευή βαριά
τα ψυχολογικά μου μπαγκάζια την ώρα κείνη
τη μαύρη σακούλα κόμπο δένω
τον κάδο απορρίμματα κι άλλα να γιομίσω.
Με κείνα και με τ άλλα,έχω ξεχάσει
πως είναι το σκοτάδι να με σκιάζει
δικαιολογία σωστή
για να μην περνάω μόνη μου την πόρτα.
Ο ήχος του τηλεφώνου μου κόβει τα πόδια
εκείνο το ρημάδι
επιμένει πάντα να μεταφέρει κακά μαντάτα
τόσο που μια μέρα που θα γίνω
δυνατή,πολύ δυνατή
θα χτυπάω τα τηλέφωνα
πριν το κάνουν αλύπητα οι άλλες γραμμές.
Και με όλη την δύναμη που θα μου απομείνει
θα αγοράσω μια βαλίτσα να σε καβατζώσω μέσα
να σε πάω στην αγαπημένη μου ταράτσα
και να σε στριμώξω στη γωνία
μπουνιές θα σου δώσω,φιλιά θα φυτέψω στα χείλια σου
ώσπου να ματώσουν
να πνίγεσαι και όχι άλλο μη
σταμάτα να βολτάρεις στο κεφάλι μου,
ξεσυνήθισα να περιμένω.
Δεν πρόλαβα να ξελαμπικάρω
πως έτσι ξεκούρδιστη
να γυρίσω στις εργοστασιακές ρυθμίσεις;
όσο περνάει ο καιρός θα θες κι άλλο νοίκι.
κι όλο εκεί εμπρός μου
θα είσαι κάπου
κα
πουθενά.
Θα σε πάρω όταν τελειώσω την δουλειά,τότε που θα χει σημασία.
Δυό τραγούδια θα σ ακούσω
και θα σε αποκοιμηθώ
με τσιγαρόβηχα και αυταπάτη.
Ώρα να σχολάσω,δε νομίζεις; ...
Το σώμα που ζω δεν είναι δικό μου,
με φιλοξενεί και με κερνάει υγρά και συμπάθεια
Το σπίτι που ζω δεν έχει πολλά δωμάτια,
είναι ένα καφενείο παλιό
τάβλι και καφέδες,γεράματα και στραπάτσα.
Τα μάτια μου ακολουθούν
τον κόσμο που φεύγει και τα δωμάτια άδεια
να περιμένουν ώρες ακάθαρτης πλήξης,
κονιάκ και ψαρόσουπα για έναν.
Αράχνες συμμορίτισσες που δεν τα παρατάνε,
χορεύουν στο ταβάνι του μπάνιου τα βράδια.
Τα όνειρα που ‘κανα,σαίτες στα αστέρια
τις εμπόδισε το ταβάνι το ξύλινο
να βγάλουν φτερά και να απογαλακτιστούν
απ’ την πεσσιμιστική μου φύση.
Η ώρα έξι κι εγώ σκέφτομαι τις ρυτίδες σου
μ’ ένα ποτήρι ουίσκι να μου ζεσταίνει τα χέρια.
Τα χρόνια που ζω,
δολοφονημένες τρανς στην Τουρκία,
αγόρια που επιβιώνουν από εκρήξεις,
άνθρωποι που πηδάνε φράχτες,
βιασμοί βαφτισμένοι ‘’αταξίες’’.
Όλα μας πάνε δεξιά
και το κράτος κάνει τον σταυρό του.
Ωραίες οι ρυτίδες σου,
αλλά μπρος στην ασχήμια του κόσμου
δεν μπορούν να με συντηρήσουν.
Βαρέθηκα εκείνους
που στρώνουν να κοιμηθούν στις στάχτες
της εθνικής υπερηφάνειας
και των ναρκισσιστικών ονειρώξεων.
Τι κάνουμε λοιπόν εμείς εδώ,μου λες;
Μάζεψε το κουφάρι σου απ’ τον καναπέ
μπας και βαγέρουμε επιτέλους.
Είναι τρίχα αδύναμη,λεπτή
αυτό που μας κρατάει
ώσπου να γίνει τριχιά και μας πνίξει.
Στην υγειά σου.
εργατικό ατύχημα/
ειρωνία.
Θέλω να σου φωνάξω από εδώ μέχρι τον ήλιο
και αδυνατώ και δεν αντέχω
άλλη μια ώρα κοινής ησυχίας.
Λες και δεν χορτάσαμε από δαύτη.
Καταιγίδες έρχονται και φεύγουν
κι όλα μέσα στη σκοτεινιά καλμαρισμένα
τον ήλιο καρτερούν σιωπηλά,αθόρυβα.
Πρώτα σκότωσε εμένα,ύστερα το μωρό μου
τεμάχισε τα κουφάρια μας
αλεσμένα τα 'δωσε ως τροφή στα θηρία.
Εκείνα με το έτσι θέλω
παρεμβαίνουν στις μουσικές μας,
στα δυνατά μας γέλια,
στα βουερά μας κλάματα,
στις κραυγές απόγνωσης,
στα μεσημεριανά γαμήσια μας.
Παρεμβαίνουν στην φασαριόζικη
πλευρά του εαυτού μας.
Εμείς στέκουμε βουβοί,μη και τα ξυπνήσουμε.
Μας κούφανε ρε μαλάκες η τόση ησυχία
κι αντί να κάνουμε φασαρία
χτίζουμε κι άλλα κελιά και τοίχους και φράχτες
μην ακουστεί η κραυγή της πτώσης
και η γαμημένη ησυχία όσο θα πέφτουμε
αγέλαστη,βαραθρώδης
μαντήλι θα κουνάει με τα ονόματα μας.
Οι κυράτσες μέσα στη ντάλα κουτσομπολεύουν στα μπαλκόνια
για τα παιδιά τους αναφωνώντας ''δουλίτσα να υπάρχει''
μετά μπαίνουν μέσα και χτυπάνε σκούπες
σε πατώματα,τοίχους και ταβάνια,
ενώ σιωπούν όταν ακούνε κραυγές απ' τα στενά.
Αγία Ησυχία,
πλησιάζεις όλο και πιο απειλητικά
για να καβατζώσεις τα χρόνια μας
στην καλοραμμένη σου κωλότσεπη.
Μόνο που όσο καιρό παραμέναμε σιωπηλοί
ακονίσαμε καλά τα μαχαίρια μας
και τις φωνές μας.
Γριά κουτσή ξεδοντιάρα καταιδρωμένη
στραβοκάνα με κλημακτήριο ανάλατη
με ελιά κάτω απ’ το μάτι το δεξί
μίζερα να ζητάει τα τρία τελευταία ενοίκια
με την τσιρίδα που χει για φωνή.
Έτσι κάπως μου μοιάζει η Ευτυχία
κάθε φορά που πασχίζει να με φτάσει
κι εγώ πιστή στις τάσεις φυγής μου
της κλείνω το μάτι και περιμένω
να της την φέρω ύπουλα όπως της αξίζει
για τον τόσο καιρό
που επιδεικτικά με παραμελεί.
Τόσες γωνίες στην πόλη κι ακόμα να την πετύχω
για να της πω πως μετά από τόσο καιρό
που με παίρνει από πίσω
ασάλιωτα,ακάποτα και βασανιστικά
δεν θα την αφήσω να με πάρει κι από κάτω.
Τα άνθη του θέρους αδυσώπητα δέρνουν,
πικραλίδες που ανθίσαν σ’ αγνώστου πατρός περιβόλι.
Τα τηλέφωνα χτυπούσαν μα εγώ είχα το ποτήρι να αδειάσω
λίγο χρόνο άλλο κακό δεν θα ‘κανε κι αν χάσω
κι όλοι γύρω μου γελάνε,όλοι γερνάνε
απτόητοι παραδίνονται σε κάθε μου αγκάθι
ώσπου τα μάτια τους ματώνω απ’ την τόση ομορφιά
στεφανωμένη απάθεια καταπίνω καρφιά
τα βρήκα στις τσέπες μου προσημειωμένα
ψήγματα ευδαιμονίας ,αναλγησίας καμώματα.
Τον καθρέφτη εντέχνως την νύχτα αποφεύγω
αναμνήσεις στα μάτια να δω υπεκφεύγω
και οι άγουρες προσποιήσεις πέψης της πραγματικότητας
γίνονται ξερατό και στο στομάχι πόνοι.
Για να ξεγελάω τον ακριβό εαυτό μου
πουλάω φτηνά σε περαστικούς το εγώ μου
το δένουνε στο κάρο με τις θεατρινίστικές τους μαλακίες
και για άλλο μαχαλά τραβάνε.
Με σέρνουνε για χιλιόμετρα από κλωστές δεμένη
σαν άλλο τίποτα να μην μου απομένει
επαρκώς ανεπαρκής περήφανα θα στέκω
στην εποχή της εγωκεντρικής συντροφικότητας.
Χρειάζομαι μια τζούρα από τα παλιά,τζούρα
να πλακωθώ στις αναμονές
τα καλύτερα από κάπου έρχονται
κάνουν παρέα στο δρόμο με τις εμμονές
κι εγώ που ποτέ δεν τελειώνω ό,τι αρχίζω
δυσκολεύομαι και νόημα δε βρίσκω,δεν
ενέχει κίνδυνο και αντοχή μηδέν
κι άλλο δεν μπορώ δεν
θέλω να ξυπνάω τα απογεύματα μα τα
έχω κόψει τα ξενύχτια
λάσπη πάλι, έχω κόψει απ’ το μηδέν μα δεν
έχω απαντήσει ακόμα μετά από τόσα δεν, Τι
θα πάρετε σήμερα ;
Με κάνω και ξεχνιέμαι αλλά δεν
τσουλάει άλλο αυτό το
πατίνι έχω γίνει για φιόγκους και λέρες
στο τέλος της νύχτας
φυτρώνουν Δευτέρες
ο ήλιος προσκύνησε και εγώ ρωτάω
φωνή λειψή και παραπατάω
‘’εμένα με ρωτάει ποτέ κανείς τι θέλω ;’’
Πάλη, απ’ την αρχή τα ίδια
δεν υπάρχει λόγος να στεναχωριέμαι
όταν όλοι είναι απλώς αρχίδια.