Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

διπλό τζάμι.

Ντύθηκα ηλιαχτίδα στην ομίχλη
φόρεσα τα αστραφτερά μου πόδια
(άσ' τα φτερά μου στην ντουλάπα)
ξεκλείδωσα τη διάθεση μου απ' το συρτάρι.

Δυό καφέ - τρεις ζάχαρη
κάμελ στο αυτί και δρόμο.
Η αναμονή περιφρουρεί,
τα πλάνα του χρόνου όλου
περιπλανιούνται στο κενό.
Στα χαρακώματα παλεύουν
τις σφαίρες σου
με σφεντόνες και χαλίκια.

Πέτρα μαύρη
θα σου πετάξω
κι όλοι μου οι γαλαξίες
θα πνιγούν στο αίμα.

Τόσες μουσικές
τόσος καπνός
τόσες εναλλαγές διάθεσης.
Πες μου ποια θες να 'μαι σήμερα
γιατί έτοιμη είμαι από καιρό να σε σπάσω.
Ίσως τότε να αλλάξω
όταν πάρουν τα μετακάρπιά μου χρώμα.

Κι αν κομματιάστηκες
κι αν η μουσική υπόκρουση
είναι ο ήχος της πτώσης -
Ακόμα να φύγεις από μπρος μου.










(    κάνε με θρύψαλα.    )

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Ρήγμα δυό

Με τόσες σεισμικές δονήσεις από χθες
συμπεραίνω πως
οι τεκτονικές πλάκες
μάλλον περνούν καλά εκεί κάτω
μάλλον είδαν

μάλλον η
ηδονή
είναι για δύο
ή
δονίζομαι
Οι λάμπες χορεύουν
τα ποτήρια τσουγκράνε
ο αναπτήρας τρεκλίζει.

Πάλι ήπια ρε
ωχ
ή
πια για σένα
πάλι πλάι μα μακριά.

ένα τζιν τόνικ δρόμος
η αποτίμηση της κατάστασης

ένα σφηνάκι εγωισμό θα πιούμε;

πριν κάνει κι άλλο σεισμό
το κρεβάτι μου δεν ένιωσε της δονήσεις
ή
τρέμει από προχθές
ή
δονίζομαι
εγκέλαδος σωστός
γκρεμίζω τοίχους


γιατί αλλιώς
κι όλη η πόλη
να γεμίσει από στένσιλ
με τα αρχικά σου

οι μετασεισμοί που ακολουθούν
θα τα σβήσουν
απόρροια ηδονής ήταν
ή

μήπως πρέπει να εκκενώσεις τα μυαλά μου;


Τώρα καταλαβαίνω
τώρα που ταρακουνήθηκα
πως τελικά είναι μεγάλο το ρήγμα

και δεν έχει τόση πλάκα.












Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

τέλη σεπτέμβρη.

Ξεκινάω ταξίδι
από τα ακροδάχτυλα
μέχρι τους αγκώνες σου
Ανατολή και Δύση
ορίζω τον ορίζοντα
σφίγγοντας τις παλάμες σου
Στρόβιλος στον αφαλό σου πάνω 
κάνω στάση για ξεκούραση
στα λαγόνια σου 
αναμένω
το φανάρι να ανάψει
μ’ άναψε
και στο άψε σβήσε χοροπηδάω 
χορεύω 
πέφτω γκρεμίζομαι αναρωτιέμαι
γιατί με πετάς στη λογική;
Εγώ θέλω 
να πιάσω φιλίες με τους αστραγάλους σου
να τα λέμε τα πρωινά
ύστερα θα μου φωνάζουν οι τρίχες
της μασχάλης σου
-το χάλι σου
ε πρόσεχε θα χτυπήσεις.
Βγάλε τα πόδια από τη θέση για τανγκό
χοροί 
ξεχωριστοί ασυνόδευτοι
και η νύχτα δε ρωτάει
μέχρι το πέρας της αφθαρσίας
των κρυστάλλινων μπλουζ.
Δε ρωτάει
μα ερωτεύομαι.
Σταυροπόδι στην πλάτη σου
τραμπάλα με λέξεις
ώσπου οι κόρες των ματιών σου
καταπέλτες φοβίας
ξένη να με χρίσουν
με το πέρας της ώρας
ντύσου,φευγιό 
και αβάνα-μάλμπορο.
Ε,με τέτοιο κωλόκαιρο
θα μου πω,
τι το ήθελα το ταξίδι;



(Και οι σερβιτόρες μετά αναρωτιόμαστε
όσο περιμένουμε να φανεί απ’ την πόρτα
για δε κάνουν προκοπή οι έρωτες 
των μπαρ της αλλοτρίωσης.)