Τη γυάλα σιγά σιγά γεμίζει
το χέρι που περιμένουμε όσο κύκλες κάνουμε
τροφή να μας δώσει για να αναπνέουμε διακοσμητικά.
Ο θεός τόσο μεγάλος είναι πια
που έκανε,λέει,μια έκρηξη κι έκτοτε κρύφτηκε
στις στάχτες κάτι χρυσοφορεμένων μουσάτων
που πουλάνε τα ρέιμπαν κάτι μέντιουμ αγίων για προσκύνημα.
Μετά από τόσα οχτάωρα
τριγύρω κανέναν άγιο δεν είδα να ξεμένει
μόνο κάτι γλυκόλογα μέσα από τα δόντια
για να μας παίρνει ο ύπνος στα σκοτάδια.
Τα σεντόνια για τα νεκροκρέβατά μας
τα υφαίνουν οι χήρες της υπόσχεσης των αισιόδοξων
που περιμέναν την ευτυχία να ξεπροβάλλει απ’ την γωνία.
Μα όσο κι αν τη γυάλα απ’ τα σκατά καθαρίζουν
πάντα μέσα της θα εσωκλείεται η φαυλότητα της ύπαρξής μας.